Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014

Αλκυόνη*

   
Στην καρδιά μου
Στους δρόμους
Τα μάτια σου παντού
Αλκυονίδες νύχτες!

Εγώ εδώ
Εσύ εκεί
Και οι κιθαρίστες
Στον αέρα!

Μ.Μ.
     
_____________

* Η Αλκυόνη είναι κόρη του βασιλιά των ανέμων Αιόλου. Παντρεύτηκε τον Κήυκα, το γιο του Εωσφόρου (του άστρου της Αυγής). Οι δυο τους αποτελούσαν ένα ζευγάρι τόσο ευτυχισμένο, που όμοιό τους ήταν μόνο αυτό του Δία και της Ήρας. Οι θεοί, όμως, δεν μπορούσαν να ανεχθούν το «μαύρο φως» της αγάπης τους και εξοργισμένοι τους μεταμόρφωσαν σε πουλιά. Η Αλκυόνη έκανε τη φωλιά της στην άκρη της θάλασσας και τα κύματα την κατέστρεφαν ανελέητα. Εκείνη, ωστόσο, ήταν κόρη των ανέμων και με τη μελωδική της φωνή τους έκανε να σταματήσουν για εφτά μέρες που προηγούνται από το χειμερινό ηλιοστάσιο και για εφτά μέρες που το ακολουθούν. Σε αυτήν την περίοδο, η Αλκυόνη μπόρεσε να επωάσει τα αυγά της. Αυτές είναι οι «αλκυονίδες ημέρες», οι οποίες δε γνωρίζουν κακοκαιρία.

Αλκυόνη. Ζωγραφικός πίνακας του Herbert James Draper (1915)
  
Ενώ η Αλκυόνη είχε προλάβει να συλλάβει τα αυγά της, ο Κήυκας πνίγηκε σε μια θαλασσοταραχή κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού που έκανε προς αναζήτηση στέγης και τροφής για την αγαπημένη του και τα παιδιά τους. Το σώμα του το έβγαλαν τα κύματα στην ακτή, όπου το βρήκε η γυναίκα του. Από την απελπισία της άρχισε ένα παραπονιάρικο τραγούδι, που ήταν τόσο όμορφο ώστε γέννησε τα παιδιά της κρατώντας στην αγκαλιά της τον νεκρό αγαπημένο της. Έκτοτε, ενώθηκε με τις αδελφές της Πλειάδες και τις πήρε στην αγκαλιά του για πάντα ο Ταύρος για να αντισταθμίσει τον χαμό του αγαπημένου της. Υπάρχουν άνθρωποι μέχρι τις μέρες μας που αγαπούν και υμνούν την Αλκυόνη. Σε τόπους ιερούς, που μόνο εκείνοι ξέρουν...

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Για τον Αλέξη

Και τα χέρια σου στο νησί πάνω του γύρω του/ Ακόμα πιο βαθιά μέσα του σε ερείπια σεισμών/ Όπως το ποίημα πιάνοντάς το να σε ξεφεύγει/ Ή το ψάρι σ' ένα πέρασμα του νερού/ Κι η λέξη ακόμα σ' ένα πέρασμα σιωπής/ Προσπαθώντας να σηκώσεις όχι μόνο τη λέξη/ Όχι τη λέξη δέντρο αλλά το ίδιο το δέντρο/ Όχι τη λέξη αγάπη μα την αγάπη • Ξαναζείς τη στιγμή στον πολλαπλασιασμό του κενού/ Μέσα σ' αυτό το φως τ' απόκρημνο που σε τυλίγει/ Δίχως μετά και πριν στεγνή στιγμή/ Μέσα στους κόλπους του άχρονου. Τέλος κι αρχή σου • Έπειτα τόσες φορές πέρασε/ Εκείνος ο δυνατός άνεμος/ Γκρέμισε αρκετά δέντρα άλλα μαράθηκαν/ Ήρθε η μνήμη γυναίκα γυμνή/ Ξεσκεπάζοντας ένα χώρο από καθρέφτες/ Αρχίζοντας το παιχνίδι/ Που προσπαθούμε να συγκολλήσουμε/ Μικρά μικρά κομματάκι τις χαμένες μας μέρες/ Όλο σκόνη και στάχτη • Σου έφερα λουλούδια/ Δυστυχώς δεν μπόρεσα να σου προσφέρω τίποτα άλλο/ Κι έτσι σ' αυτό το υαλοδοχείο μύρισε τώρα/ Ναι σκύψε να μυρίσεις το άρωμα των ημερών/ Που ταξίδεψαν πάνω απ' τα κλειστά σου μάτια/ Καθώς έφευγες ένωχρος να εγκατασταθείς/ Στα μουσικά κύτταρα του χάους στην αόρατη χλόη/ Που δρόσιζε κάποτε τις φλέβες του ύπνου σου • Όλα μου τα δάκρυα / Όλα μου τα βήματα/ Όλες μου τις ανάσες/ Θα στα δώσω/ Για να υπάρξω • Μας έδεσε το φως μας έδεσε με τόσο σκοτάδι • Θ' ακουμπάς στις πιο κλειστές μου γωνίες/ Ανεπανόρθωτο όνειρό μου/ Θ' ακουμπάς στον ήχο των πραγμάτων και της μνήμης/ Σ' αυτό το κάποτε πρόσωπο/ Θα σε ταξιδεύει η μουσική/ Η πικρή μου αντήχηση η άδεια μου θάλασσα • Πώς όμως να πεθάνεις μπορείς/ Πώς μίλησέ μου/ Αφού υπάρχει ένας ουρανός που σε κοίταξε/ Ένα πέτρινο σκαλοπάτι που πάτησες/ Αφού υπάρχω ακόμα κι εγώ/ Σακάτης κι οδοιπόρος μες στη νύχτα/ Για να σε ζω να σε προσέχω/ Την πάχνη να μαζεύω από τα μάτια σου/ Και να την κάνω τραγούδι • Θα σε υποφέρω πάντα/ Γι' αυτό που δεν πρόκειται να ξαναγίνει/ Γι' αυτή τη φωνή που ξαναγυρνάει μακρινή/ Δίχως πουτέ της να γυρνά... • Αυτή η συνέχεια η συνέπεια/ Να μην περιμένεις τίποτα/ Να ξεφύγεις απ' ό,τι ήθελες να ξεφύγεις/ Να ξεχάσεις αυτό που θα 'θελες να ξεχάσεις/ Να μην υπάρχεις σ' αυτά που υπάρχεις • Απ' το εδώ ώς το εδώ μια θλιβερή απόσταση/ Τρύπια πληγή μέσα στο μάτι/ Ύστερα απ' το μακελειό του καθρέφτη • Δόθηκε η καρδιά μου και άδειασε • Μα δεν έχω τίποτα/ Χειμώνιασα μόνο μέσα σ' αυτό το πάθος μου • Και τώρα από μιαν άλλη πόλη θα πρέπει να σ' αποχαιρετίσω/ Γιατί αυτή που υπήρχε κάηκε/ Γιατί αυτή που υπήρχε πάγωσε/ Γιατί όλα είναι ήσυχα σαν ένα παιγμένο δράμα/ Μέσα σε πρόχειρη ζωή/ Πρόχειρο φαγητό/ Πρόχειρη ηδονή/ Κι ο θάνατος πρόχειρος • Παίρνω το χλωμό παιδικό σώμα μου/ Τη χλωμή παιδική μου φωτογραφία/ Τον χλωμό παιδικό κόσμο μου/ Γυρνάω τους καθρέφτες στους νεκρούς/ Και σ' αποχαιρετώ • Πρέπει να 'χα κάτι το άσκημο μέσα μου/ Που επιδεινώθηκε περισσότερο σ' αυτή τη ζώη/ Μ' όλες τις μέρες της κρεμασμένες σ' ένα έρημο τέλος/ Γιατί το τίποτα έγινε πιο πολύ • Μια προσπάθεια μόνο/ Από λίγη ουσία στο ποίημα και στον κόσμο/ Να καρφώσω αυτήν τη στιγμή/ Στον αβέβαιο χρόνο κι ένα κάτι απ' τον εαυτό μου... • Όλα συνεχίζουν από πολύ παλιά/ Με μια τάξη και στάχτη • Νύχτα που πέθαναν όλοι στο νοσοκομείο της ποίησης/ Και μόνος ο άνθρωπος κόλαση απέναντι σε τόσα μάτια κλειστά/ Ή σ' εκείνα του Μοντιλιάνι/ Γεμάτα χίμαιρα και νοσταλγία θαλασσινή • Το πουλημένο παιχνίδι της ποίησης/ Δεν έχει τελειώσει ακόμη • Ντυμένος/ Ξαπλωμένος/ Βλέπω την επανάσταση/ Περιμένω το χρόνο/ Έτοιμος να πετάξω/ Μ' αυτήν εδώ την πτήση της τρέλας/ Για τα ξημερώματα/ Μ' αυτήν εδώ τη βαλίτσα γεμάτη/ Σκέψεις παρανοϊκών/ Αποφύσεις κτηνών/ Μ' αυτήν εδώ τη βαλίτσα/ Γεμάτη τα σάπια αυγά του εδώ κόσμου/ Ακουμπισμένη στα πόδια μου/ Σ' αυτήν εδώ τη βαλίτσα/ Βρίσκεται το πτώμα μου • Οι άνθρωποι κατουράν/ Μες στο κεφάλι τους • Ειν' από τότε/ Που με μια βίδα στο ένα μου μάτι/ Ένα κόκκινο λουλοδένιο όραμα στ' άλλο/ Κυνηγώ τα αίματα με μια πετσέτα/ Ανεβαίνω και σκουπίζω/ Τα ματωμένα μου αστέρια • Δόντια των λέξεων/ Δαγκάνοντας κρύον αέρα/ BECAUSE/ Το χάος μετριέται μόνο με χάος • BECAUSE/ Αυτός ειν' ένας κόσμος/ Όπου και τα πράγματα ακόμα/ Δεν μπορούν να παραμένουν σιωπηλά/ BECAUSE/ Αυτός ο κόσμος τρελάθηκε • Είναι μια βρώμικη νύχτα καπιταλιστική/ Κι είναι ένας βρωμόκαιρος/ Όπου και να κοιτάξεις/ Παντού • Κάποια μέρα δε θα γυρίσεις/ Ούτε στη νύχτα που μ' ένα ποδήλατο/ Κάθετα κι οριζόντια και πλάγια/ Κομμάτιασες το κορμί μου και την πόλη/ Ούτε στη μέρα που το μικρό σου στήθος/ Μπρος στη θάλασσα/ Μεγαλώνοντας και κοκκινίζοντας/ Έλαμψε με το νερό/ Κι έγινε ήλιος πρώτα/ Κι ύστερα μνήμη/ Κάτω από ρολόγια αποχαιρετισμών • Ακούω το υπόκοσμο γέλιο σου/ Σπάζοντας κρύσταλλα και λάμπες/ Το σκοπευτήριο στόμα σου/ Πυροβολώντας και θρυμματίζοντας/ Κάθε λουστραρισμένη φράση • Μόνο ο θάνατος θα 'ρθει/ Και θα 'χει τα μάτια σου/ Παλιά αρρώστια που γράφει/ Αυτά που γράφτηκαν κάπου αλλού/ Πολύ παλιά/ Όταν ο έρωτας αυτός ήτανε δάσος/ Μεταγγίζονται όμως εδώ/ Μια μεταμόσχευση/ Να κάνω να ζήσει τούτο το ποίημα • Ώστε να ζεις πάλι με πράγματα/ Απ' όπου κάποτε αναχώρησες για πάντα • Ίσως να γράψεις το αριστούργημά σου/ Σ' ένα κοσμικό ψυχιατρείο/ Να κοιτάς συνέχεια το χειμώνα • Νιώθεις έτσι τον κρότο της νύχτας/ Ήσυχη μες στα έπιπλα πλήξη/ Εσύ που θα φύγεις/ Με τα πρώτα σκουπίδια/ Τ' αποτσίγαρα τ' άδεια μπουκάλια/ Τα ξεραμένα λουλούδια/ Φύλακας ερειπίων/ Βαλμένος κι εσύ σε μια νάιλον σακούλα/ Με μια υποψία πως κλέφτες θα έρθουν/ Γι' αυτά τα λείψανα έστω/ Κι αυτό το μακρύ/ Κίτρινο/ Χαλασμένο/ Δόντι του ήλιου *

_____________

* Αποσπάσματα-"ερείπια" τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο, σαν παραστάσεις τοιχογραφίας ή ζωφόρου, από τις ποιητικές συλλογές:

ΟΙ ΜΙΚΡΕΣ ΜΕΡΕΣ (1973)

Η ΚΛΕΨΥΔΡΑ ΜΕ ΤΙΣ ΣΤΑΧΤΕΣ (1975)

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΚΥΚΛΩΠΑ / CANCERPOEMS (1977)

ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΕΛΠΗΝΟΡΑ (1984)

Την έλλειψή τους ήρθε να απαλείψει η επιμέλεια της έκδοσής τους από τους ΑΛΕΞΗ ΖΗΡΑ – ΣΤΕΦΑΝΟ ΜΠΕΚΑΤΩΡΟ:
   
 
Έτσι θέλω να φύγω μα να μη σας αφήσω
 

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

Ο μύθος τού ανδρόγυνου


I could live a little better with the myths and the lies,
When the darkness broke in, I just broke down and cried.
I could live a little in a wider line,
When the change is gone, when the urge is gone,
To lose control. When here we come.
   
ΤΟΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΜΕΤΑ από πολύ καιρό μέσα στο κελί του. Το σώμα του είχε λειώσει από την ακαμψία. Το μόνο που μπορούσε πλέον να δει από αυτόν ήταν το μυαλό του και η καρδιά του. Παραδόξως, αυτά είχαν μείνει ανέπαφα. Στην καρδιά του είχαν δημιουργηθεί μικρά εξογκώματα που έμοιαζαν με δόντια λύκου. Αλλά εκείνη την έπιασε στα χέρια της, δίχως αυτά να τη δαγκώσουν. Τότε, γονάτισε και άρχισε να του τρώει το μυαλό. Κι όταν ολόκληρο το μυαλό του βρισκόταν μέσα της, με το ένα χέρι της άνοιξε μια σχισμή στον αυχένα της και τοποθέτησε εκεί με προσοχή την καρδιά του. Ήθελε να την προστατεύσει και ασφαλέστερο μέρος μέσα από τα πυκνά, μακριά της μαλλιά δεν μπορούσε να βρει.

Μετά από λίγο, η καρδιά του ξεκίνησε να χτυπά ξανά. Και δεν πέρασε πολλή ώρα μέχρι που οι καρδιές τους συγχρονίστηκαν. Έτσι, μπορεί η ζωή να τους είχε κρατήσει χωριστά· μα εκείνοι τελικά κατάφεραν να ενωθούν για πάντα. Εκεί που ούτε ο θάνατος δεν έχει εξουσία.

Γιατί η αιωνιότητα δεν είναι μια έννοια αφηρημένη. Είναι απλώς μια στιγμή ανάμεσα στο λεπτό, διαχωριστικό κενό –κάποιοι το ονομάζουν χάος– που διακρίνει τη ζωή από τον θάνατο, το φως από το σκοτάδι, την αγάπη από το μίσος· και το μαζί από το χωρίς.
  
Μ.Μ.
    

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

Το κύκνειο(;)

1st Angel & 13th
 
Κι ύστερα
από ατελείωτες
ώρες μουσικής
πάτησε ǀǀ
και η μουσική
σταμάτησε

Μα η μουσική
συνέχισε
να παίζει

 
Στο μυαλό του

Και ΜΟΝΟ


Μ.Μ.
      

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

«Μη πεις τίποτα»!

 
Ποιος δεν έχει δει στη φαντασία του, κοιτώντας τον ουρανό του ηλιοβασιλέματος, τους Κήπους των Εσπερίδων και τα θεμέλια όλων αυτών των μύθων;

– ΧΕΝΡΙ ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΘΟΡΟ

*

ΕΚΕΙΝΟΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣΕ ΣΤΟΥΣ πρόποδες του βουνού. Τα απογεύματα συνήθιζε να τριγυρνάει στο δάσος και να ψάχνει για κότσυφες. Του άρεσε απλώς να κάθεται και να τους ακούει. Μερικές φορές, κοιτούσε ενδιάμεσα από τα φυλλώματα των δέντρων ψηλά προς τη κορυφή τού βουνού. Φαινόταν πελώριο και με το μυαλό του το έκανε ακόμη πιο μεγάλο. Νόμιζε πως η άκρη του έσχιζε τον ίδιο τον ουρανό! Αναρωτιόταν τί θα μπορούσε να βρίσκεται πίσω από αυτό.
 
Εκείνη κατοικούσε στους πρόποδες του βούνου. Από τη πίσω πλευρά, όπως το κοίταζε το αγόρι. Πάνω-κάτω, η ζωή της κυλούσε παρόμοια με του αγοριού. Έξω από την πόλη ξεκινούσε το δικό της δάσος. Συχνά κρυβόταν εκεί για πολλές ώρες. Από ό,τι θα μπορούσε να την απειλήσει. Της άρεσε να αναζητά και να μελετά μανιτάρια. Δεν ήξερε, όμως, πως ό,τι θα μπορούσε να την απειλήσει βρισκόταν επίσης στο δάσος. Αρχικά δίσταζε μέχρι που, δειλά-δειλά, αναρωτιόταν τί θα μπορούσε να βρίσκεται από τη πίσω πλευρά τού πελώριου πέτρινου όγκου. Και τον κοίταζε με δέος.
 
ΏΣΠΟΥ ΜΙΑ ΜΕΡΑ το πήρε απόφαση. Θα εξερευνούσε το ίδιο το βουνό και θα έφτανε στην κορυφή του! Μόνο και μόνο για να δει τον ορίζοντα πέρα από αυτό. Αν υπήρχε πραγματικά. Πήρε τα απαραίτητα εφόδια και ξεκίνησε το ταξίδι.
 
Επιτέλους, έβλεπε κορυφή! Η ορειβασία ήταν πολύ κουραστική, αλλά όσο σκεφτόταν ότι σε λίγο θα πατούσε στο πιο ψηλό σημείο τού βουνού ξεχνούσε τον κόπο και όλα τα αρνητικά που τον συνόδευαν. Όσο πλησίαζε προς τα πάνω τόσο η φαντασία οργίαζε για το τί θα μπορούσε να βρισκόταν εκεί· και πέρα από εκεί. Μόνο που τελικά δεν ήταν ο ορίζοντας αυτό που επρόκειτο να προκαλέσει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον... Τουλάχιστον, όχι ακόμα.
   
ΣΤΗΝ ΠΙΟ ΨΗΛΗ πλαγιά τού βουνού, υπήρχαν δύο πράγματα που θα έλεγε κανείς πώς ήταν εντελώς αδύνατο να βρίσκονται εκεί. Το πρώτο πράγμα ήταν ένας σωρός από ξύλα· άλλα πεσμένα  ακαθόριστα στο χώμα και άλλα σε σχηματισμό, έτσι που έμοιαζαν με τα συντρίμια ενός παλιού, σαπισμένου καραβιού. Μα πώς γινόταν ένα καράβι να βρίσκεται τοποθετημένο πάνω σε ένα βουνό; Το δεύτερο πράγμα, ακόμη πιο περίεργο, ήταν ένας καλοσχηματισμένος, γιγάντιος, πέτρινος όγκος που έμοιαζε με άγαλμα. Ήταν ελαφρώς κυρτό, σχεδόν σκυμμένο, με σώμα ανθρώπου που στην πλάτη του είχε δυο φτερά. Οι άκρες των φτερών είχαν θρυμματιστεί. Η μία πολύ περισσότερο από την άλλη, αλλά διακρίνονταν και οι δυο καθαρά. Όμως, το άγαλμα ήταν ακέφαλο!
   
Οι εκπλήξεις, ωστόσο, δεν τελείωναν εδώ. Ήταν αργά το απόγευμα όταν το αγόρι και το κορίτσι, καθώς έφταναν ταυτοχρόνως στην κορυφή, άρχισαν να βλέπουν ο ένας τη μορφή τού άλλου να πλησιάζονται ολοένα και περισσότερο. Βημάτιζαν αργά και σταθερά προς το ίδιο σημείο από εντελώς αντίθετες κατευθύνσεις. Λες και είχαν ορίσει ως σημείο συνάντησης το ίδιο μέρος, την κορυφή, χωρίς πριν να έχουν συνεννοηθεί για αυτό. Ούτε καν γνωρίζονταν!
   
ΈΦΤΑΣΑΝ Ο ΕΝΑΣ δίπλα στον άλλο. Κοιτάχτηκαν για αρκετή ώρα. Κι ύστερα το κορίτσι είπε:

- Μη πεις τίποτα!

Το αγόρι έτσι και έπραξε. Αγκάλιασε το κορίτσι και απόλαυσαν μαζί το ηλιοβασίλεμα από το πιο ψηλό σημείο τού κόσμου. Προτού χαθεί το φως, μπόρεσαν να διακρίνουν καθαρά στον κοινό ορίζοντα που έβλεπαν μαζί ένα άσπρο άλογο που κάλπαζε σε μια κοιλάδα με κατεύθυνση τον ήλιο. Μέχρι που χάθηκε από την όρασή τους και αυτό και ο ήλιος. Ήξεραν και οι δυο ότι κάτι σήμαινε η παρουσία αυτού του αλόγου μαζί με όλα όσα είχαν δει πρωτύτερα, αλλά δεν μπορούσαν ούτε να το εξήγησουν ούτε να το εκφράσουν. Εκείνη τη στιγμή, φιλήθηκαν και έμειναν αγκαλιασμένοι έτσι για πολλή ώρα.
    
M.M.
   
Evangelion: Death and Rebirth
   

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Θανάσιμος παγετός

   
“Καί ἐξέβαλε τόν Ἀδάμ καί κατῴκισεν αὐτόν ἀπέναντι τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς καί ἔταξε τά Χερουβὶμ καί τήν φλογίνην ρομφαίαν τήν στρεφομένην φυλάσσειν τήν ὁδόν τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς.”
 
«ΓΕΝΕΣΙΣ», 3. 24
  
The End of Evangelion
  
ΤΗΝ ΟΓΔΟΗ ΗΜΕΡΑ, μετά αναπαύσεως, ολόκληρη η Γη είχε κατακλυσθεί από μια κοχλάζουσα θάλασσα με αίματα γαμημένων μήτρων ανακατεμένα με βρώμικα σπέρματα. Τότε, συνέβη κάτι που ούτε ο ίδιος ο Θεός δεν είχε προβλέψει. Άρχισε να χιονίζει για σαράντα ημέρες και σαράντα νύχτες ακατάπαυστα, μέχρι που ένας θανάσιμος παγετός κάλυψε τον πλανήτη μαζί με ό,τι βρισκόταν πάνω του.
   
Τελευταίοι απομείναντες από το γένος των ανθρώπων ήταν όσοι είχαν εγκλωβιστεί εντός των τεσσάρων τειχών των σπιτιών τους. Μόνοι τους ή με παρέα, ωστόσο, η επόμενη μέρα τούς βρήκε όλους νεκρούς. Τους μεν από ακατάσχετους οργασμούς αυτοϊκανοποίησης, τους δε από πράξεις καννιβαλισμού αναμεταξύ τους.
 
Μ.Μ.
     

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Fire, Walk With Me

    
“Πῦρ ἦλθον βαλεῖν ἐπί τήν γῆν, καί τί θέλω εἰ ἤδη ἀνήφθη! Βάπτισμα δέ ἔχω βαπτισθῆναι, καί πῶς συνέχομαι ἕως οὗ τελεσθῇ! Δοκεῖτε ὅτι εἰρήνην παρεγενόμην δοῦναι ἐν τῇ γῇ; Οὐχί, λέγω ὑμῖν, ἀλλ᾿ ἢ διαμερισμόν. Ἔσονται γάρ ἀπό τοῦ νῦν πέντε ἐν οἴκῳ ἑνί διαμεμερισμένοι, τρεῖς ἐπί δυσί καί δύο ἐπί τρισί· Διαμερισθήσονται πατήρ ἐπί υἱῷ καί υἱός ἐπί πατρί, μήτηρ ἐπί θυγατρί καί θυγάτηρ ἐπί μητρί, πενθερί ἐπί τήν νύμφην αὐτῆς καί νύμφη ἐπί τήν πενθεράν αὐτῆς.”
 
«ΚΑΤA ΛΟΥΚΑΝ», 12. 49-53
        

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013

Η άκρη όλων των πραγμάτων



Στην Καλλιόπη
 
 
ΚΟΙΤΑΞΕ ΤΗΝ ΟΜΟΡΦΗ φιγούρα της θλιμμένα στον καθρέφτη. Για μια στιγμή, ονειρεύτηκε να μπορούσε να φύγει μακριά από όλους και από όλα. Το μόνο που ήθελε ήταν να μπει σε ένα καράβι μόνη της για να ταξιδέψει στο λιμάνι τής καρδιάς του. Εκείνος θα καθόταν σε ένα παγκάκι στην προβλήτα. 

Στα μάτια της φάνταζε ακατόρθωτο αυτό που ονειρεύτηκε. Τα δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλά της. Χτύπησε με ορμή το χέρι της στον καθρέφτη. Ύστερα γονάτισε και άρχισε να τρώει ένα - ένα τα κομμάτια. Τότε, ήρθε εκείνος και την έπιασε από πίσω. Ένιωσε ότι της ψιθύριζε στο αυτί: 

- Βλέπεις τις σταγόνες;

Εκείνη έφτυσε αμέσως, γύρισε και ακούμπησε τα ματωμένα χείλη της στα δικά του. Έμειναν έτσι για αρκετή ώρα αναπνέοντας ο ένας από τον άλλο. Στο τέλος, τα νερά τούς παρέσυραν σε ένα μέρος όπου εκείνη δεν είχε ξαναπάει. Εκείνος το ονόμασε την άκρη όλων των πραγμάτων.

*
 
ΉΤΑΝ ΑΚΟΜΗ ΝΥΧΤΑ. Ξύπνησε βρεγμένη, περίεργα ήρεμη και εκστατική. Ένιωθε ακόμα την ανάσα του και είχε μια γλυκιά αλμύρα στα χείλη. Μα, πιο πολύ, τον ένιωθε ακόμη μέσα της. Η καρδιά της είχε μετατοπιστεί στο άκρο τού στήθους της. Έτοιμη να φτερουγίσει.

Το τηλέφωνο χτύπησε. Ήταν εκείνος. Με το που άκουσε τη φωνή άφησε το τηλέφωνο, άνοιξε την πόρτα και έφυγε.
   
Μ.Μ.
     

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

Ακούς πώς φωνάζουν;

   
ΑΝ ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ συμβεί από εκείνα τα τυχαία και ξανασυναντηθούμε, δεν θα σου μιλήσω. Θα τα αφήσω ελεύθερα να μιλήσουν για εμένα. Και, πίστεψέ με, οι φωνές τους έχουν μάθει να επικοινωνούν πολύ καλύτερα από τη δική μου. Κι αν επιμείνεις να κάνουμε συζήτηση, θα επιμείνω να τη μεταθέσουμε σε κάποιο από τα περίεργα όνειρά μας. (Βλέπω πολλά τελευταία...)
 
 
Υ.Γ.
  
Γιατίούπνοςκάνεικύματα
καιταόνειραδεναντιβαίνουντηνπραγματικότητα
απλώςτησυμπληρώνουν
καιτηδιορθώνουν
απότηστιγμήπουεμείςέχουμεγαμήσειτοσύμπαν!


Μ.Μ.
   

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Ένα επιστολικό ποίημα τέλους

 

Δυο άνθρωποι σε σχέση
μοιάζουν με δυο στεριές
που τις χωρίζει ένας γκρεμός.

Αυτό που τις ενώνει, μερικές φορές,
δεν είναι παρά μια μικρή μικρή κλωστούλα·
 

μέχρι να σπάσει.

Γι'αυτό, λοιπόν, και 'γω προτιμώ
είτε να χτίζω γέφυρες είτε να τις κατεδαφίζω.


Γιατί, τουλάχιστον, μ' αυτόν τον τρόπο
οι σχέσεις γίνονται σίγουρα (λίγο) πιο σίγουρες·
 

και όχι σταθερές. 

M.M.
    

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Μάτια ερμητικά κλειστά

   
“Καί ἀναγαγών αὐτόν ὁ διάβολος εἰς ὄρος ὑψηλόν ἔδειξεν αὐτῷ πάσας τάς βασιλείας τῆς οἰκουμένης ἐν στιγμῇ χρόνου· Καί εἶπεν αὐτῷ ὁ διάβολος· Σοί δώσω τήν ἐξουσίαν ταύτην ἅπασαν καί τήν δόξαν αὐτῶν, ὅτι ἐμοί παραδέδοται καί ᾧ ἐάν θέλω δίδωμι αὐτήν· Σύ οὖν ἐάν προσκυνήσῃς ἐνώπιόν μου, ἔσται σοῦ πᾶσα.”
 
«ΚΑΤA ΛΟΥΚΑΝ», 4. 5-7
  

   

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Όσα δεν είπα

    
ΕΝΙΟΤΕ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ (ΚΑΙ) να υπενθυμίζω. Πρόκειται για μία, αν όχι τη μοναδική, χρησιμότητά μου προς τα άλλα ανθρώπινα όντα. Και αυτό οφείλεται, μάλλον, σε ένα βασικό μου χαρακτηριστικό: ότι δεν ξεχνώ ούτε αυτά που έχω πει μα, κυρίως, ούτε όσα δεν είπα. Όσο για το τί κάνω γενικώς –αν πραγματικά σε ενδιαφέρει και σε ενδιέφερε ποτέ– αρέσκομαι να χύνω αστρικά δάκρυα στο αστείρωτο διάστημα που σε χωρίζει από εμένα και με χωρίζει από εσένα και όχι μας  χωρίζει!

Μ.Μ.
     
    

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

Ωρίων

ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΣ ΚΥΝΗΓΟΣ Γίγαντας και βρέθηκα για πρώτη φορά πάνω στη Γη παλιά, πολύ παλιά, μικρό βρέφος ως δώρο από τους θεούς στο κατώφλι τής Βοιωτίας. Μπορούσα να βαδίζω πάνω στη θάλασσα κάποτε, χάρη στον πατέρα μου (ή δημιουργό) θεό Ποσειδώνα. Πρώτη μου γυναίκα ήταν η Σίδη· τόσο όμορφη και περήφανη! Απέκτησα μαζί της δυο κόρες: τη Μητιόχη και τη Μενίππη. Δεν πρόλαβα να τις χαρώ ωστόσο στη ζωή, καθώς θυσιάστηκαν γρήγορα ως εξιλαστήρια θύματα. Έτσι, μπορεί να τις έχασε η ζωή τις κέρδισε όμως ο θάνατος, όταν οι χθόνιοι θεοί, ο Άδης και η Περσεφόνη, τις ευσπλαχνίστηκαν και μεταμόρφωσαν τα πτώματά τους σε άστρα λαμπερά. Δύο ουράνιοι κομήτες είναι τώρα τα κορίτσια μου και τις έχω εδώ κοντά μου. Αλλά την πρώτη μου γυναίκα την έχω χάσει οριστικά. Έχει ριχτεί στον Τάρταρο από τη θεά Ήρα και μου λείπει. 
 
Τοπίο με τον τυφλό Ωρίωνα να αναζητά τον ήλιο.
Ζωγραφικός πίνακας του Nicolas Poussin (1658)

Για να απαλύνω λίγο τον πόνο ταξίδεψα μέχρι τη Χίο και ασχολήθηκα με το κυνήγι άγριων θηρίων που κατέστρεφαν το νησί τού βασιλιά Οινωπίωνα. Για αντάλλαγμα, εκείνος με τύφλωσε μεθυσμένο την ώρα που κοιμόμουν στην ακτή, κατηγορώντας με τάχα ότι προσπάθησα να βιάσω την κόρη του Μερόπη, ή Μεράδη, ούτε που θυμάμαι καλά-καλά το όνομά της! Ας είναι... Ύστερα με πέταξε στη θάλασσα και έκτοτε περιπλανιόμουν στο σκοτάδι, μέχρι που έκανα για οδηγό μου ένα παιδί (Κηδαλίων το όνομά του), το έβαλα πάνω στους ώμους μου και του ζήτησα να με οδηγήσει στον ήλιο που ανέτελλε. Το παιδί που κρύβουμε μέσα μας, ή κουβαλάμε πάνω στις πλάτες μας, γνωρίζει πάντοτε τον δρόμο για το φως. Ξαναβρήκα τελικά την όρασή μου! Τότε με ερωτεύτηκε η Αυγή κι εγώ εκείνη· και κάπως έτσι κλεφτήκαμε στη Δήλο και ζήσαμε έναν έρωτα πιο λαμπρό κι από την αυγή τής μέρας!
     
Η Άρτεμις πάνω από το πτώμα του Ωρίωνα πριν αυτό μεταφερθεί στον ουρανό. Ζωγραφικός πίνακας του Daniel Seiter (1685)

Μα το τέλος μου ήταν τραγκό και από θεά γυναίκα καμωμένο. Ο Απόλλων με την Άρτεμη κι ο Δίας με τη Γη συνωμότησαν εναντίον μου και πέθανα από δάγκωμα σκορπιού, σταλμένο από τη θεά τού κυνηγιού. Από φόβο ή από τιμωρία, από φθόνο ή από οργή· έχει καμία σημασία; Όλοι μαζί και ο καθένας χωριστά με έβγαλαν από τη μέση. Και σα να μην έφτανε αυτό, ο σκορπιός μεταμορφώθηκε σε αστερισμό  για την υπηρεσία του αυτή προς την Άρτεμη. Έτσι κι εγώ βρίσκομαι στην αντίθετη πλευρά τής Ουράνιας Σφαίρας, καταδικασμένος να αποφεύγω αιώνια το φαρμακερό τσίμπημά του· και όλο αυτό επειδή έτσι το θέλει ένα θηλυκό που είναι κυνηγός. Γι' αυτό εσείς εκεί κάτω να με προσέχετε και να με μνημονεύετε καμιά φορά για να παίρνω δύναμη και να αντιστέκομαι στο κακό που με βρήκε. Σας αγαπώ και όσοι με σκέφτονται, αν ποτέ βρεθούν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση (από θηλυκό, κυνηγητό, ή άλλο δόλο), θα φροντίσω να κρατήσω μία θέση και γι'αυτούς εδώ πάνω· ιδανικό καταφύγιο!